- ἐνωρίστερον
- ἐνωρίστερον adv. of ἔνωρος (Phylarch: 81 Fgm. 44 Jac.) earlier, ahead of time AcPl Ha 3, 4.—DELG s.v. ὥρα.
Ελληνικά-Αγγλικά παλαιοχριστιανική Λογοτεχνία. 2015.
Ελληνικά-Αγγλικά παλαιοχριστιανική Λογοτεχνία. 2015.
ένωρος — ἔνωρος, ον (Α) 1. έγκαιρος 2. (κατά τον Ησύχ.) «ἔνωρος ἔνωμος, ζῶν» (βλ. λ. ἔνωμος) 3. (το συγκρ. ουδ. ως επίρρ.) ἐνωρότερον και ἐνωρίστερον νωρίτερα, εγκαιρότερα … Dictionary of Greek